Category Archives: posts

Από λάσπη, λίπασμα

ethicsΜε πολύ ενδιαφέρον διάβασα την απόφαση του καθηγητή Νομικής Μιχάλη Σταθόπουλου, πρώην υπουργού και πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών, να προσφέρει στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Ε.Κ.Π.Α. για χρηματοδότηση έρευνας με αντικείμενο τη δημοσιογραφική δεοντολογία, το ποσό των 300.000 ευρώ που του επιδικάστηκε από το Εφετείο Αθηνών για προσβολή της προσωπικότητάς του και συκοφαντική δυσφήμιση στις εκπομπές του Μάκη Τριανταφυλλόπουλου.

Η κίνηση αυτή έχει ιδιαίτερη αξία, γιατί μεταφέρει την καταστρατήγηση της δημοσιογραφικής ελευθερίας από το χώρο της ατομικής προσβολής στο πεδίο της ακαδημαϊκής έρευνας. Με άλλα λόγια, η λάσπη γίνεται λίπασμα.

Αν οι πόροι των πανεπιστημίων επαρκούσαν για να τίθενται σ το ερευνητικό μικροσκόπιο ζητήματα που αφορούν στον τρόπο λειτουργίας των ΜΜΕ που, συχνά, θυσιάζουν -για την τηλεθέαση- την ψύχραιμη εξακρίβωση και την έγκαιρη διασταύρωση, τέτοιες ενέργειες θα ήταν συμπληρωματικές στον οικονομικό κορμό τους.

Αφού, λοιπόν, τα πανεπιστημιακά τμήματα δημοσιογραφίας και ΜΜΕ έχουν ελάχιστες ευκαιρίες για χρηματοδότηση, μήπως θα πρέπει να σκεφτούμε μοντέρνους και σύγχρονους τρόπους χρηματοδότησης; Όπως για παράδειγμα, να καθιερωθεί ως κοινωνικός πόρος υπέρ των τμημάτων Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ μέρος των διοικητικών προστίμων που επιβάλλει το ΕΣΡ;


www.epivravevsi.gr

chalkboard and newspaperΣήμερα έπεσε στα χέρια μου η -έντυπη- έκδοση της Καθημερινής, η οποία προσφέρει δωρεάν στα παιδιά που μπήκαν πρώτα στα πανεπιστημιακά και τεχνολογικά ιδρύματα την ετήσια συνδρομή της εφημερίδας. Μια  μεντιακή επιβράβευση για μια ακαδημαϊκή ‘πρωτιά’.

Εκτός από την κίνηση κοινωνικής ευθύνης που δεν μπορεί παρά να αναγνωριστεί στην εφημερίδα, μια δεύτερη ανάγνωση της επιλογής αυτής, αναδεικνύει τη στρατηγική της εφημερίδας για ’άνοιγμα’ προς ένα καινούριο και ηλικιακά νέο αναγνωστικό κοινό. Η κρίση των εφημερίδων είναι εμφανής και συνοδεύεται από κλείσιμο διάφορων εκδοτικών επιχειρήσεων, όπως το πρόσφατο ελληνικό παράδειγμα του Ελεύθερου Τύπου. Κάτω από την απειλή αυτής της κρίσης, οι εφημερίδες αναζητούν νέες προσοδοφόρες λύσεις για την προσέλκυση αναγνωστών.

Πόσο πιθανό είναι, όμως, να προστεθεί στη δεξαμενή των αναγνωστών μιας εφημερίδας η γενιά των 18+, η οποία έχει μεγαλώσει με το διαδίκτυο και το χρησιμοποιεί (και η απαρίθμηση δεν είναι αξιολογική) σχεδόν αποκλειστικά ως μέσο ενημέρωσης, ψυχαγωγίας και επικοινωνίας;

Αν, λοιπόν, η κίνηση της εφημερίδας έχει το μακροπρόθεσμο στόχο να δημιουργήσει πιστούς αναγνώστες μετά από την ετήσια πρόγευση της δωρεάν συνδρομής, αυτό είναι μάλλον απίθανο. Η μεντιακή καθημερινότητα καταγράφει μια σημαντική αύξηση αναγνωστών του τύπου όχι στις έντυπες αλλά στις διαδικτυακές εκδόσεις. Και εκεί ακριβώς θα πρέπει να στραφεί ο στρατηγικός προσανατολισμός των εφημερίδων: στη δημιουργία κινήτρων για τους νέους αναγνώστες-χρήστες του διαδικτύου, με εμπλουτισμένες διαδραστικές υπηρεσίες και ενσωμάτωση νέων εργαλείων όπως το twitter, το flickr και το facebook για να ικανοποιηθούν οι νέοι ’πελάτες’ που έχουν για μάτι τους τον κέρσορα και για δάχτυλο το ποντίκι τους.


Διαμεσολαβημένη α-διαμεσολάβητη επικοινωνία

idogΣτο ίντερνετ κανείς δεν ξέρει ποιος είσαι – ας πούμε, σκύλος. Στις 5 Ιουλίου του 1993, ο Peter Steiner, δημοσίευσε στην εφημερίδα “The New Yorker” ένα σκίτσο, το οποίο απεικόνιζε δύο συμπαθή τετράποδα με τη φράση «Στο ίντερνετ κανείς δεν γνωρίζει ότι είσαι σκύλος». Ως ένα χιουμορισιτικό σχόλιο για την ανωνυμία και την αδυναμία ταυτοποίησης στο ίντερνετ, το οποίο μάλιστα απέφερε στον Steiner πάνω από 50.000 δολάρια για τα δικαιώματα αναπαραγωγής του σκίτσου, η φράση αυτή χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα από επαγγελματίες της διαδικτυακής επικοινωνίας, για να αναδείξουν τα δύο σημαίνοντα ζητήματα που απασχολούν κάθε διαδικτυακό χρήστη: την ιδιωτικότητα και την ανωνυμία.

Την επομένη της ανακοίνωσης των εκλογών των πρόωρων εκλογών, τα νέα μέσα με την ετικέτα της κοινωνικής δικτύωσης, όπως το facebook, το twitter και το flickr, άρχισαν ήδη να παίρνουν φωτιά. Το ηλικιακά νέο και το ‘ανεξερεύνητο’ εν πολλοίς κοινό των νέων αυτών μέσων αποτελεί το δυναμικό καινούριο target-group πολιτικών και κομμάτων, στην εποχή όπου η εξατομικευμένη και η διαδραστική επικοινωνία κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος απέναντι στην αγκυλωμένη και δυσκίνητη παραδοσιακή μαζική επικοινωνία. Εν μέσω, μάλιστα, μιας σύντομης προεκλογικής περιόδου, τα νέα διαδικτυακά εργαλεία δίνουν στους υποψήφιους πολιτικούς την ευελιξία ταχύτατων αντανακλαστικών στην πληροφόρηση, την αμεσότητα μιας οικονομικά συμφέρουσας προσέγγισης του ψηφοφόρου και τη χωροχρονική ελαστικότητα  στην επικοινωνία με τον πολίτη.

Η σημερινή πολιτική, όμως, όσο και να ευαγγελίζεται ότι θα δώσει την ευκαιρία στη «διαδικτυακή δημόσια σφαίρα», δεν πρόκειται να το πετύχει όσο αξιοποιεί τα νέα εργαλεία διαδραστικής και εξατομικευμένης επικοινωνίας με τους όρους και τις πρακτικές της μονόδρομης και κάθετης μαζικής επικοινωνίας. Τη διαμεσολαβημένη δράση των ΜΜΕ και των δημοσιογράφων που –θεωρητικά- παρακάπτει το διαδίκτυο, επιτρέποντας την άμεση επικοινωνία πολιτικών και πολιτών, έρχεται στην ουσία να την αντικαταστήσει η διαμεσολαβημένη δράση των επικοινωνιολόγων. Ή ορθότερα, των συμβούλων social media, όπως «φοριέται» τελευταία. Δημιουργία μιας ψευδαίσθησης, επομένως, η (φαινομενική) α-διαμεσολάβητη επικοινωνία πολιτικών και πολιτών στην ψηφιακή εποχή. Κανείς, άλλωστε, από τους ουσιαστικά υποψιασμένους πολίτες του διαδικτύου δεν τρέφει αυταπάτες ότι στην άλλη άκρη (της οπτικής ίνας) βρίσκεται ο αντίστοιχος πολιτικός που ενδιαφέρεται, αδιαμεσολάβητα και εξατομικευμένα, για τα προβλήματά του. Όπως και να έχει, όμως, στο ίντερνετ, άλλωστε, κανείς δεν ξέρει ποιος είσαι: σκύλος ή «ειδικός» επί των social media…


«Τηλεπαρουσιάστριες χωρίς εκπομπή»

PrincessClaraΤο πρωτοσέλιδο αυτό σε γνωστό lifestyle έντυπο καθρεφτίζει ένα σύγχρονο μεντιακό παράδοξο: τη δημιουργία μιας ολόκληρης επαγγελματικής κατηγορίας, η οποία προσδιορίζεται αποκλειστικά και μόνο από την κατοχή ενός τηλεοπτικού ρόλου –κεντρικού ή «δευτεράντζας»- σε εκπομπή πρωινής, μεσημεριανής ή απογευματινής ζώνης. Η  επαγγελματική ετικέτα της τηλεπαρουσιάστριας συνοδεύει κομψά άλλα ευγενή επιτηδεύματα: ηθοποιός-τηλεπαρουσιάστρια, μοντέλο-τηλεπαρουσιάστρια, μουσικός-τηλεπαρουσιάστρια, ψυχολόγος-τηλεπαρουσιάστρια κλπ. Κάθε επάγγελμα μπορεί να γίνει περισσότερο ελκυστικό αν συνοδεύεται από τη «νομιμοποίηση» της εμφάνισης στο τηλεοπτικό γυαλί.

Οι προηγούμενες τηλεοπτικές σαιζόν «ξέβρασαν» δεκάδες τηλεπαρουσιάστριες και τηλεπερσόνες (sic) σε ποικίλες αποχρώσεις του «σαντρέ» αλλά και σε αρσενική metrosexual βερσιόν, οι οποίες, όμως, φέτος έχουν μείνει στα αζήτητα. Λίγο η οικονομική κρίση, λίγο τα ασθενή οικονομικά των ΜΜΕ, λίγο το ταλαιπωρημένο αισθητικά και κουρασμένο τηλεοπτικό κοινό, τις πέταξαν στα μετόπισθεν αστραπιαία, σαν μια πρόωρη (και όχι «εθελουσία») συνταξιοδότηση.

Τι είναι, όμως, μια τηλεπαρουσιάστρια χωρίς την εκπομπή της; Προφανώς επιστρέφει στην παλιά της τέχνη, που θα πιάσει σαν πεινάσει. Επιστρέφει στον άλλο μισό τίτλο του επαγγέλματός της, του μοντέλου, της ηθοποιού, της μουσικού, αν δεν έχει προλάβει να φορέσει εγκαίρως ένα νέο ιλουστριασιόν περίβλημα ως σύζυγος τηλεγενή πολιτικού, δημοσιογράφου ή επιχειρηματία.

Το κοινό μοιάζει πάντως να μη διαθέτει  πια τις αντοχές για να καταπιεί την ομοιογενή ανακύκλωση των τηλεοπτικών μοτίβων και τη μιμητική κακοφωνία σε τηλεοπτικά προϊόντα (έμψυχα και άψυχα) που παράγει η ιδιωτική TV. Πόσο μάλλον, για να ασχοληθεί με ξεπεσμένες τηλεοπτικές βασίλισσες χωρίς…σκήπτρο.


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.